Top Definition

(noun) German derived term involving a male on the receiving end of a double penetration sex act.
Cody's asshole is red raw from the Schlittler he received from the two Quadroon's upstairs.
από Bruce Pellitt 26 Φεβρουάριος 2008
5 Words related to Schlittler

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×