Top Definition
Being extremely intoxicated, to the point when you say the word it sounds normal. Usually involves large quantities of premium malt beverages and gratuitous amounts of friends.
"Hey Jenny! Steve, Scott and Jimmy were extremely Schlonkered after playing 18 holes with your Grandpa."
από James Holter 30 Απρίλιος 2008
5 Words related to Schlonkered

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×