Top Definition
The act of putting a big ole fat rig of dip in your bottom lip.
"I am about to put a schlowfin in"
από rascal milhead 4 Νοέμβριος 2009
5 Words related to Schlowfin

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×