Any irresponsible and/or devious action taken by a bank with the intention of fleecing its customers.
My bank schmanked me with multiple fees for things that weren't my fault.
από velocitycu 12 Απρίλιος 2010
a way of expressing gratitude
Friend: "i bought you a beer!"
You: "Schmanks!"
από Boondogler 24 Ιανουάριος 2012
The universal anything.
you're such a schmank

hey man me and that chick totally schmanked
από Wankmasta 18 Οκτώβριος 2004
Disgusting, tan bed abuser, trailor park hoochie. Pretty much just a nasty bitch.
that is the schmankiest bitch I've ever seen
από malfoof80 24 Μάρτιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×