Top Definition
Any irresponsible and/or devious action taken by a bank with the intention of fleecing its customers.
My bank schmanked me with multiple fees for things that weren't my fault.
από velocitycu 12 Απρίλιος 2010
The universal anything.
you're such a schmank

hey man me and that chick totally schmanked
από Wankmasta 18 Οκτώβριος 2004
Disgusting, tan bed abuser, trailor park hoochie. Pretty much just a nasty bitch.
that is the schmankiest bitch I've ever seen
από malfoof80 24 Μάρτιος 2006
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×