Top Definition
n., v.
1) To smoke Cannabis
2) Cannabis
3) To be high on Cannabis
4) Anything else related to the consumption of Cannabis
1) I bought a forty last night and schmaucked it all!
2) Gimme da Schmauck!
3) I am so {schmaucked] right now.
από Jimmy Stewart shee? 22 Νοέμβριος 2009
6 Words related to Schmauck

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×