Top Definition
To schmooze. To make small talk for connections. To talk with aquaintance to boost yourself in thier eyes. To make buisness connections or aquaintance. To meet others with same interest.
I said to Bill that I was schmawing with John so my band could play at his show.
από Moe J 12 Νοέμβριος 2007
5 Words related to Schmawing

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.