Top Definition
1. Inability to control ones self from floping around, like a fish out of water.
2. Having the traits of a wet noodle.
3. Schmee
When I reeled the fish in, I got it on the boat and it was all schmeegly.
από BohagonSlogan 29 Ιούλιος 2006
5 Words related to Schmeegly

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.