Top Definition
To have one's lowest moments in the legal system turned to art.
"Look, another celebrity DUI. By next week, they'll probably be Schmeidlered."
από Ian J. 25 Απρίλιος 2008
5 Words related to Schmeidlered

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.