Top Definition
To be 'schmocked' literally means to be high or intoxicated due to the consumption of marajuana.
'Last night I was really schmocked off that weed'
από Mikeyyyyyyyyyyyyyy 26 Μάιος 2012
1 more definition
To be high due to cannibis/marajuana (schmock).
'This is some good weed'
'I know man I'm totally schmocked'

'Dude, lets go get schmocked'
από Badboy2k12 26 Μάιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×