1. An opportunity to drink schnapps. i.e. Its cold outside - schnappertunity!

2. A party opportunity in which you can pour your friends schnapps. i.e. Hey what was in those shots?! / Peach Schnapps! / You asshole! / It was a schnappertunity I couldn't resist.
I ordered a hot chocolate and realized the schnappertunity at hand then ordered a shot of mint schnapps.
από cwtx22 5 Απρίλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×