Top Definition
(Pronounced SH-VAY-STUHD)n.
Derived from German. To be sloshed, enebriated, crunk or tanked. Totally drunk off ones ass.
1. Holy crap, its been a long day lets go get Schwayztüd!

2. Uh oh Heathers taking her clothes off again, shes gotta be Schwayztüd.
από Raab1068 9 Ιούνιος 2007
6 Words related to Schwayztüd

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×