Top Definition
Singular, noun. A person who is invited to a place (party) that feels the need and/or privilege to invite others (usually not known by anyone else especially the host)
singular - this party would have stayed small if it werent for the scoobdabber.

plural - This party blows, I'm going to start scoobdabbing.
από chasemoss 11 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.