Top Definition
V; to ejaculate or use your penis in any other way than sexual pleasure.

Also note the spelling change of "scrumtoad" when used in past tense (not participle).
Your mom likes it when I scrumtum for a bit before sex.
από They call me Jesus 6 Ιούνιος 2007
5 Words related to Scrumtum

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.