Top Definition
The shrinking and scrunching of the sac imminent to or during the excretion of fecal matter.
I needed to poop so badly my sac was scrunchinking!
από Icknay42 28 Νοέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×