Top Definition
1)(verb): the (violent) fucking of the face where the mouth is treated as just another hole.
2)(ver): to have been owned
"How'd you do on your test? I got scull fucked"
από The_Guminator 16 Ιανουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×