Top Definition
Italian word deriving from "to scull": to drink (an alcoholic beverage) in a single draught.
Muoviti a scullare quella birra che dobbiamo andare! - C'mon! Scull that beer that we have to go!
από Adrasta 29 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.