Top Definition
Another word for screwed/in trouble.
"Oh God I lost Toni's money, I am so scuppered..."

"You wrapped your car around a tree with no insurance? Man, you are so scuppered."
από Lil Brit Chick 17 Ιανουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×