Top Definition
The act of giving an, unbeknown to you, menstruating female a mushroom stamp on her forehead after engaging in coitus with her and discovering that, in fact, she is bleeding.
I was banging this slut and then I found out she was on the rag, so I gave her the seal of disapproval.
από dickcheese89 3 Φεβρουάριος 2009
6 Words related to Seal of Disapproval

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.