noun meaning to engage in sometimes witty, sometimes bitchy, but mostly out-of-place and uncalled for existentialistic remarks.
When I told Katrina how I hated John, Nicki searled that he was pregnant.
από Smiley Wolf 23 Σεπτέμβριος 2010
To eat the contents out of another homosexuals rectum. this may inlude use of a spoon, straw, or any other edvice.
Why dont u just go bust a searl?
από Oakley 156 24 Φεβρουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×