Top Definition
To drug someone with a lot of medication.
The doctor sedated the patient.
από Skinny PB 3 Φεβρουάριος 2009
Going on a date with the intent to roofie the other person.
I'm finally going to get laid, I'm going on a sedate later tonight.
από Cfin28 23 Σεπτέμβριος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.