Top Definition
Adjective: Something that is covered in semen or has the distinctive scent of semen, thus smelling or being semeny.
1. If you ejaculate onto a face, sock, tissue, the floor etc. it will be semeny.

2. If you're eating something that has a distinguishing smell of semen, it is semeny.
από StevieH884422 7 Φεβρουάριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.