Top Definition
Someone who waits until the end of the quarter or semester to submit all his work.
Ricardo is such a semestinator that even though he is brilliant he has a 64 in the class.
από Master semestinator 24 Μάρτιος 2014
5 Words related to Semestinator

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.