Top Definition
A person who claims to not partake in the indulgence of any animal products, but still swallows cum. Like the term pescatarian, which combines the the Italian word for fish with vegetarian, Semetarian combines the the Italian word for semen with vegetarian.
I don't eat meat, or wear leather, but I do swallow jizz, therefore I am a Semetarian.
από wpeterson 11 Μάρτιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×