Top Definition
Verb: To Shamoo
To unintentionally move something with great force.
A.J. walked into class and knocked over like 4 desks. He be shamooing.

He be shamooing all over town.
από sarcasticjew 25 Ιανουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.