Top Definition
Adjective: A state of being drunk; so drunk that It controls all future actions and functions of the body from the point of being shmasterd.
I was so shmastered last night that i pissed on my backback in the kitchen then passed out in the bathtub.
από The Carpdizzle 23 Ιούλιος 2009
5 Words related to Shmastered

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.