Top Definition
Action. The act of four finger around the shaft of the penis and the pinky in the anus. The alternative for the shocker for males.
He had a hard time getting off, so he asked his girl to give him a shockim.
από pmbutts 24 Ιούνιος 2007
6 Words related to Shockim

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×