1. The act of releasing large amount of liquid (i.e semen)

2. The act of punishing someone in any way shape or form
examples

1. I titty fucked that bitch and after that i decided to shoot loads all over her chin

2. I knew we were gonna shoot loads on Perryville, and we did, 39-0
από J-Ev 18 Σεπτέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×