Top Definition
1. The act of "having too much fun" in airplane bathrooms.

2. The act of blatantly checking someone out.
Dude, that girl over there is shoshing on you bad!
από creativewriter7 2 Σεπτέμβριος 2010
Farsi or persian for piss
I shoshed all over his car and ruined his new paint job. >:)
από the Zad 27 Νοέμβριος 2004
A term that inebriated people use when they cannot enunciate SHEESH.

A term that expresses surprise.
Well, shosh! He is a lush.

Shosh, stop picking on me.
από lydz 10 Δεκέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.