Top Definition
pronounced "SHOWAR-LAT" , quick 5-10 minutes shower, but can be as refreshing as the big bath. a small shower taken not for pampering purposes, but to make oneself refreshed.
person 1 : dude, take a shower, you stink!
person 2 : urgh,, don't have much time, so I'll just take a showerlette.
από blueberriesfarm 12 Απρίλιος 2009
8 Words related to Showerlette

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×