Top Definition
The act of hitting someone or something with ones penis. Also the act of getting hit with said penis can be described as shpaked.
ex: Dont make me shpak you!

Or

ex: Suzie was shpaked in the face by her boyfriend Joe
από joejoe7 26 Νοέμβριος 2009
4 Words related to Shpak

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×