A small amount of something
1. A short time period; usually between 5 min and 15 minutes.
2. 1-4.5 items
3. A "dab" or "pinch"
1. "I'll be there in a shpeckle! And by shpeckle, I mean 7 minutes!"
2. "I only want a shpeckle of m&m's, and by shpeckle, I mean a range of 1 to 4.5 m&m's"
3. "Okay, now you add a shpeckle of cinnamon to the cookie dough; and by shpeckle, I mean a "dab" or "pinch"
από The Palinator 6 Νοέμβριος 2008
5 Words related to Shpeckle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×