v. To vomit in an unusually digusting manner.
n. Vomitous fluid, usually originating from the human bowels.
adj. Exceedingly grotesque; displeasing.
v. "Man, Joe drank too much and Shplabau'd all over my carpet."

n. "Joe, come clean up the Shplabau that you left after that party last night!"

adj. "That girl has a Shplabau face man, bleh!"
από Zazie 17 Ιανουάριος 2006

9 Words Related to Shplabau

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×