A jewish term meaning "fuck" or "sex." It can also mean (when used with the suffix -ing) "bitchin(g)"
I totally SHPLECKED that hot chick in the shower while I was on the phone with another whore.
"How was Natasha's party, Bill?" "It was SHPLECKING Jake."
από Smokey JL 7 Ιανουάριος 2008

4 Words Related to Shpleck

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×