Nonsense word that means nothing and everything at the same time. Can be used as a noun, adjective, adverb, and verb.
Don't do any shpoo I wouldn't do.
από Shpoo 28 Σεπτέμβριος 2003
A little bit
Now we add a shpoo of salt to the recipe...
από The Coolest Kid On The Block 18 Ιούνιος 2009
GrassHopper's bitch
Grass Hopper was hungry so he made Shpoo make him a sandwich
από GrassHopper 7 Οκτώβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×