Top Definition
A person who shrugs and raises their eyes in a attempt to be modest while bragging about oneself.
Paul: I recently saved a whole village from an atomic bomb with my bare hands. But it's no big deal. *shrug*

June: How very nice for you. Stop being such a shrugger.
από Lady Hanako 16 Νοέμβριος 2009
5 Words related to Shrugger

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.