Top Definition
A form of laughter where you're laughing without a sound. The shoulders are shruggin'.
We were shruggin' at the library when someone told us a funny joke. We were shruggin' so bad, we couldn't breathe!
από Pisces10 26 Ιούλιος 2009
4 Words related to Shruggin

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×