Top Definition
Variation of sicko, sickie, etc.; used to express displeasure at something one feels is disgusting.
Did you see that dead animal on the road? Sickee!

Dude, that movie had some sickee scenes in it.
#nasty #gross #sick #eww #sickie
από TheMan_tHEmAN 14 Μάιος 2009
6 Words related to Sickee
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×