1. verb, to singletary somebody; ie, To take a shit on somebody’s forehead and wake them up quickly. As they wake up, it is customary to smear it in their face using your ass.

2. noun, A fat bastard
1.“Guess what, man? Monty was so drunk, that Chad pulled a singletary on him when he passed out. It was hilarious!”
από Jason Burkin 9 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×