Top Definition
something or someone who is, or has become, very skanky can be described this way.
John's house became Skanktified after years of wild partying.
από Shit_4_Brains 20 Αύγουστος 2007
1 more definition
The act transforming a good girl to a skank.
The girls in the Katy Perry video are all skanktified.
από hyde n seik 22 Αύγουστος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×