Top Definition
(adj.) A girl with long nipples but little or no aerola.

(adj.) A bitchy girl
Dude that girl I fucked last night was a straight up skedaffle. hahaa. you should've seen her!

Babe, quit being a skedaffle already! Your pissing me off!
από Depsouthwest 23 Οκτώβριος 2009
5 Words related to Skedaffle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.