Top Definition
1.the act of pulling out during sex,
2.stopping the act of sex because you are about to skeet.
1. I was making love to my girl, and i didn't have a condom, so I had to skeet-stutter.
από Ram 2 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×