Top Definition
The word is a combination of two words, so and excited.
I am so skited to be here!
από Stoink2 24 Ιούλιος 2009
1 more definition
To be on a very high grade of marijuana, wasted as hell, not giving a shit about anything. Buzzed as hell.
"Damn dude, I'm skited after just one bowl of that fine shit".
από TKREED 19 Απρίλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×