Top Definition
1. Scissors.

2. An inactive Artist on eCritters who doesn't deserve her staff position.
1. She stabbed him in the eye with her scissors.

2. Cpheoix: "Skizzors hasn't done anything staff-related since less than a week after she became an Artist."
από SoraHikaru 3 Απρίλιος 2008
8 Words related to Skizzors

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.