Top Definition
1.Out of the normal mindset, due to the aftermath of narcotics and alcohol.

2.Having just gotten a large lump sum of cash.
1. Yo bro, them 3 Jaeger Bombs, 4 Bong Hits and 666 lines got me skrizzled.

2. We robbed a bank, got skrizzled, and got a Q P.
από SkrizillaMyNilla 24 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.