Top Definition
one who is able to be skronked, synonym of "doable" or possibly worthy of specific dating standards
Tom is totally skronkable, I'd like to skronk him
από xaidsx 3 Ιανουάριος 2006
5 Words related to Skronkable

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×