Skrouch is a person who makes moves, they usually are sneaky, sly, or cunning. But also could be used to just get out of doing something or to avoid a person.
(future tense Skrouching)
(past tense Skrouched)
You are such a Skrouch.

Brian just Skrouched out of coming to the party.

I'm Skrouching out of work early.



από Pompi 6 Αύγουστος 2008
5 Words related to Skrouch

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×