Top Definition
To Skrtel is to stretch one's scrotum over another's mouth and nose to the point of suffocation.
After my hard day at the office, I decided to Skrtel my boss.
από Yan Philips 30 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×