Top Definition
1. (adj) - interchangeable with aggressive or hardcore

2. (noun) - genre of music, a combination of screamo and grunge
1. Dude that ish was skrunge
2. Yea, their this new skrunge band, they're totally skrunge
από Trvor 10 Αύγουστος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.