Top Definition
Slackmeister = someone who consistently slackens effort, thus risking 'slackage = sackage!' Original LTTF.
'Ashleigh are you writing this down?'
'Errrr... no Miss...'
'Slackmeister!'
από LTTF (Loyalty to the Frau) 22 Οκτώβριος 2008
5 Words related to Slackmeister

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×