Top Definition
Any male of Greek descent that drinks in bars until he has shagged the barmaid, then moves onto another establishment.
Better find another bar lads, Liams done a Slaganoo here.
από The Novice 10 Μάιος 2006
6 Words related to Slaganoo

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×